Σπυρίδωνος Κρητικού, Ζωγράφου: Θέματα Εκκλησιαστικής Τέχνης. 02.01.2018

By Μητρόπολη Αιγιαλείας και Καλαβρύτων - Ιανουαρίου 02, 2018


Το Ιερό Αγίασμα της Τρυπητής
         
         Τις προχωρημένες ώρες του μεσημεριού, τις ώρες της προσωρινής ανάπαυλας και της ηρεμίας, ησυχάζει ακόμα και η Τρυπητή. Είναι οι ώρες που με έλκουν να επισκεφθώ το Ναό. Κάθε φορά που ανεβαίνω τα σκαλιά, εξάπτομαι από την αβεβαιότητα που μου προξενεί η κάπως αλαζονική προσδοκία μου να ξαναβρεθώ και πάλι, έστω για λίγες στιγμές, μόνος στο κατανυκτικό περιβάλλον. Στην Τρυπητή όμως, δε βρίσκομαι ποτέ μόνος. Υπάρχουν εκεί για να με υποδεχτούν με την ίδια πάντοτε στοργή και την ίδια κατανόηση, η Παναγία στην Θέση Της, ο Χριστός στο Τέμπλο και τόσοι Άγιοι, που μέσα από τα κάδρα Τους με χαϊδεύουν με την ματιά Τους, αν και όσο οι Προσκυνητές αποχωρούν, τόσο το χάδι του βλέμματός Τους γίνεται παρατήρηση. Κι όταν τελικά μένω μόνος, η παρατήρησή Τους πολλές φορές, μεταμορφώνεται σε έλεγχο. Όμως, εντός ολίγου ακούγονται βήματα και οι επόμενοι Προσκυνητές εισέρχονται. Τα βλέμματα των Αγίων και πάλι γλυκαίνουν.
         Κατεβαίνω την εσωτερική μαρμάρινη σκάλα. Ο ήχος που φτάνει στ’ αυτιά μου από το κελάρυσμα του Αγιάσματος που ρέει αδιάκοπα, προαναγγέλει την ιδιαίτερη Ευλογία της Παναγίας στους Πιστούς Της, πριν την έξοδο από το Ναό. Η μαρμάρινη Κρήνη στο διαμορφωμένο κοίλωμα του βράχου και η Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, μεταμορφώνουν το Αγίασμα σε σκηνογράφημα μιας υπερβατικής σκηνοθεσίας και το καθιστούν Τόπο ξέχωρα Ιερό, μέσα στην ιερότητα του περιβάλλοντος της Εκκλησίας.
          Όσο μακρυά κι αν βρεθούμε, όπου κι αν ταξιδέψουμε, στις αποσκευές της ψυχής κλείνουμε κάθε φορά και παίρνουμε μαζί μας, Τόπους Ευλογημένους της Πατρίδος μας όπως το Αγίασμα, που γίνονται σε κάθε επίκλησή μας, Σκέπη και Καταφυγή.

          Παρά την επιθυμία μας να παραμείνουμε, έστω για λίγο, μόνοι τα μεσημέρια στον χώρο της Τρυπητής, θα αφουγκραστούμε οπωσδήποτε τον ήχο από την ήσυχη και διακριτική παρουσία κάποιας από τις ευλαβείς κυρίες της πόλεώς μας, των οποίων η αγάπη για το Ιερό Προσκύνημα έχει υφανθεί με τρόπο βιωματικό. Πρόκειται για τις κυρίες, που με καρδιά αφοσιωμένη στην οικογένειά τους και ψυχή αφιερωμένη στον Κύριο, συμβάλλουν με τον δικό τους, εθελοντικό και ανιδιοτελή τρόπο το Έργο της Αγάπης που επιτελεί η Ιερά Μητρόπολις. Η προσήλωσίς τους στην Εκκλησία βρίσκει την υψηλότερη έκφρασή της στην Τιμή που αποδίδουν στην Παναγία κατά τις συχνότατες επισκέψεις τους στον Ναό, όταν στην γαλήνη του απομεσήμερου τις βλέπουμε να πλησιάζουν αθόρυβα τον Ιερό Θρόνο, να γονατίζουν και αντί άλλης προσευχής να ψάλλουν στην Χάρη Της τον Παρακλητικό Κανόνα ενώ στον επίλογο της επίσκεψεώς τους ψιθυρίζουν την τελευταία δέησή τους μπροστά από το Ιερό Αγίασμα, που στους κόλπους της Τρυπητής αποτελεί έναν ξεχωριστό τόπο προσευχής, ικεσίας, ευγνωμοσύνης και δακρύων. Τους ζήτησα να μου εκφράσουν τα συναισθήματά τους κάθε φορά που βαπτίζουν δάχτυλα και μέτωπο στο Ιερό Νερό: «Θεία και Ιερή Ευλογία» μας είπε πρόθυμα η κυρία Ελένη, «Προίκα της Παναγίας προς το Αίγιο» η κυρία Κική, «Τόπος προσευχής και τόπος δακρύων» η κυρία Σπυριδούλα, «Το νερό της Ζωής» η κυρία Καίτη. Η Πρεσβυτέρα Φεβρωνία, μας είπε: «Η φυσική ύπαρξη του ζωογόνου ύδατος που ρέει πλησίον μιας Θαυματουργού Εικόνος» ενώ η κυρία Αγγελική, χρωμάτισε τα λόγια της με το δίστιχο που από τα παιδικά της χρόνια τής είχε διδάξει ο μακαριστός «Παπαδάσκαλος» Πρωτοπρεσβύτερος πατέρας της και που πάντοτε της έρχεται στο νου, όταν και πάλι βρεθεί μπροστά από το Αγιασμένο Νερό: «Στου Νερού τη σταγόνα / της Ζωής η Εικόνα».

         Το Ιερό Αγίασμα πήρε την μορφή που εμφανίζει σήμερα κατά την ριζική Ανοικοδόμηση του Ναού, η οποία έλαβε χώρα στο χρονικό διάστημα  που ορίζει η δεκαετία, από το 1870 έως το 1880, με κύριο χορηγό τον Κωνσταντίνο Αγαπητό. Απαρτίζεται από την τετράλοβο μαρμάρινη Κρήνη, την πολυπρόσωπο Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής και μία ασημένια κανδύλα, που περικλείονται σε κοίλωμα στο σχήμα της Κόγχης, σκαμμένο εντός του βράχου. Εξωτερικά ο τοίχος έχει επενδυθεί με χτιστή μετώπη που φέρει τα χαρακτηριστικά περιθυρώματος Πύλης Νεοκλασικού Ναού.
Δεν έχουν διασωθεί ακριβείς μαρτυρίες για την εποχή κατά την οποία το Αγίασμα έλαβε την μορφή που έχει σήμερα. Για την επαλήθευση ωστόσο της ταυτότητος του δημιουργού καθώς και του χρόνου κατασκευής μιας αρχιτεκτονικής μορφής, δεν απαιτούνται απαραιτήτως γραπτές ή λοιπές ιστορικές μαρτυρίες. Η τεχνοτροπία και το ύφος που χαρακτηρίζει κάθε έργο, αρκούν. Συνεπώς, η μπαρόκ μορφολογία που εμφανίζει η μετώπη του Αγιάσματος και τα επί μέρους νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία που τη διακοσμούν (οι δύο ολόγλυφοι κίονες με τα ελληνιστικά χαρακτηριστικά που στηρίζουν το οριζόντιο γείσο με τη μεγαλογράμματη επιγραφή στο ένθετο μάρμαρο και το αττικό αέτωμα με την επίστεψη του φυτικού πλοχμού και τον ακτινωτό Οφθαλμό στο μέσον) παραπέμπουν στον Εκλεκτικισμό, το αρχιτεκτονικό εκείνο ύφος που υιοθετήθηκε την χρονική περίοδο κατά την οποια έλαβε χώρα η ριζική Ανακαίνισις του Ναού.
 

        Εκτιμούμε μάλιστα, πως ταυτοχρόνως με την κατασκευή της μετώπης του Αγιάσματος, κατασκευάστηκε από τους ίδιους τεχνίτες και το κτιστό Προσκυνητάριο στον άνω Κυρίως Ναό, το οποίο εφάπτεται στο Τέμπλο και φέρει την Φορητή Εικόνα της Αγίας Τριάδος, ελαιογραφία σε καμβά του Δημητρίου Φανέλλη φιλοτεχνημένη το έτος 1880 με την «Δαπάνη του εν Αιγίω Εμπορικού Συλλόγου», όπως ο ίδιος ο δημιουργός επέγραψε στο κάτω τμήμα του έργου.

           Στην ίδια χρονική περίοδο ανάγεται και η κατασκευή του ανυπόγραφου και αχρονολόγητου μαρμαρόγλυπτου της Κρήνης εντός του Αγιάσματος, με τεχνοτροπία που υπακούει πιστά στην παράδοση που διαμόρφωσε κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος η συνεχής κατά την εποχή εκείνη σμίλευσις παρεμφερών μπαρόκ καλλιτεχνημάτων, με προορισμό είτε διακοσμητικό είτε λειτουργικό. Η εμφανέστατη τεχνουργική δεξιότητα στην επεξεργασία του υλικού προδίδει επαγγελματία καλλιτέχνη ιδιαιτέρως εξοικειωμένο με το μάρμαρο, κάποιον γλύπτη ειδικευμένο στην φιλοτέχνηση ταφικών μνημείων, ίσως έναν από τους επώνυμους μαρμαροτεχνίτες που δραστηριοποιούντο στην Αθήνα [όπως για παράδειγμα οι Τήνιοι αδελφοί Ιάκωβος (1808 - 1903) και Φραγκίσκος (1825 - 1914) Μαλακατές ή ο Κεφαλλήν Γεώργιος Μπονάνος (1863 - 1939)]. Καλλιτέχνες σαν κι αυτούς κατασκεύασαν μοναδικές γλυπτικές συνθέσεις για τους τάφους επιφανών αιγιωτών στο Παλαιό Κοιμητήριο της πόλεως που άλλοτε ευρίσκετο στον αύλειο χώρο του Ιερού Παρεκκλησίου του Αγίου Αθανασίου, εντός του «Ιδρύματος Αποκαταστάσεως Χρονίων Παθήσεων – Ίδρυμα Κλεομένους Οικονόμου». Πρόκειται για ταφικά μνημεία που μεταφέρθηκαν στο Νέο Κοιμητήριο κατά την επίσημη Ίδρυσή του το 1898  και τα οποία θαυμάζουμε σήμερα πλησίον του εκεί Ιερού Ναού των Αγίων Πάντων.

           Τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα που παραθέσαμε πιο πάνω, αποτελούν ενδείξεις και μόνο σε ότι αφορά τον χρόνο κατασκευής του Ιερού Αγίασματος. Ωστόσο, την απόλυτο βεβαιότητα πως το Ιερό Αγίασμα έλαβε την σημερινή του μορφή παραλλήλως προς την μεγάλη Ανοικοδόμηση του Ναού γύρω στα 1870, έρχεται να πιστοποιήσει η Φορητή Προσκυνηματική Εικών της Ζωοδόχου Πηγής, έργο του Δημητρίου Φανέλλη (Αίγιον, 1851 – 12 Νοεμβρίου 1925).  

     
        Πρόκειται για ελαιογραφία επι ξυλίνου υποστρώματος, με διαστάσεις 70Χ52,5 εκατοστά, περίπου. Φιλοτεχνήθηκε ταυτοχρόνως με την Ανοικοδόμηση του Ναού της Τρυπητής, με σκοπό να τοποθετηθεί εντός του κοιλώματος του νεοσυστάτου Αγιάσματος. Παρέμεινε ακουμπισμένη στην μαρμάρινη Κρήνη έως το έτος 1938, οπότε αντικαταστάθηκε απο την Εικόνα που φιλοτέχνησαν κατά το έτος εκείνο οι Αγιογράφοι Ιωάννης και Αθανάσιος Ψαρρός, την οποία ατενίζουμε σήμερα στο Αγίασμα.
      
             Το διάστημα των εβδομήντα περίπου χρόνων κατά το οποίο η Εικόνα του Δημητρίου Φανέλλη είχε παραμείνει εντός της Κόγχης του Αγιάσματος, υπήρξε αρκετό για να προκληθεί σημαντική φθορά στο έργο, εξ’ αιτίας της υγρασίας που απλώνεται σε υψηλή πυκνότητα στον στενό αυτό χώρο. Η αγριάδα που παρατηρείται σήμερα στην επιφάνεια της Εικόνος, όπως και έτερες αλλοιώσεις, οφείλεται στις «επεμβάσεις» του αυτοδίδακτου καλλιτέχνη Ανδρέα Δάλλα (Αίγιον 1916 – Αθήνα 1992), ο οποίος ζωγράφιζε πίνακες, αγιογραφούσε εικόνες, έγραφε κείμενα, συνέθετε στίχους λυρικού χαρακτήρος και φιλοτεχνούσε τα σκηνικά στις μουσικές και τις θεατρικές παραστάσεις που διοργάνωνε η Ε.Φ.Α. Ο ίδιος ενίοτε, επεδίδετο και σε αυτοσχέδιες «επιδιορθώσεις» παλαιών εκκλησιαστικών έργων. Στα χρόνια του ’50 «φρεσκάρισε» κατά την αντίληψή του και την Εικόνα αυτή: στούμπωσε με κερί τους κρατήρες που είχε ανοίξει η υγρασία στο έργο και στη συνέχεια «επιζωγράφισε» με τον δικό του τρόπο τις απολεπίσεις στις χρωστικές.

       Ο Δημήτριος Φανέλλης υπέγραφε σχολαστικά και χρονολογούσε κάθε Εικόνα που ολοκλήρωνε. Πιστεύουμε πως η Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, δεν απέφυγε τον κανόνα που ακολούθησε δια βίου ο Αγιογράφος εκείνος. Στο κάτω τμήμα, θα είχε σίγουρα απαθανατίσει κάπου το ονομάτεπώνυμό του, καθώς και την χρονολογία της φιλοτεχνήσεώς Της. Ωστόσο, επειδή κατά την φασματοσκόπηση του έργου δεν εντοπίστηκαν ούτε υπογραφή ούτε χρονολόγηση, υποθέτουμε πως οι καταγραφές εκείνες θα είχαν ήδη απωλεσθεί όταν ο Δάλλας επεχείρησε τις επιζωγραφίσεις που υλοποίησε, επειδή όπως εικάζουμε, θα ευρίσκοντο σε κάποιο τμήμα του έργου το οποίο θα είχε από πριν καταστραφεί ολοσχερώς.
Εάν η χρονολογία της φιλοτεχνήσεως της Εικόνος είχε διασωθεί, είμεθα βέβαιοι πως θα αποκάλυπτε το έτος 1870 ή κάποιο από τα αμέσως επόμενα.

         Ωστόσο, στο κάτω περίγραμμα της Ιεράς Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής του Δημητρίου Φανέλλη, στο εσωτερικό πλαίσιο που φέρει χρώμα κίτρινο, έχει διασωθεί πρωτογενής αναθηματική επιγραφή, η οποία μάλιστα διατηρήθηκε σχεδόν ακέραιη και αποκαλύπτει το όνομα του Δωρητού της Εικόνος. Η επιγραφή έχει ως ακολούθως: «Μνήσθητι Κ[ύρ]ιε του δούλου σου Κωνσταντίνου Αγαπητ[ού]». Στην Τρυπητή συναντούμε ακόμη μια φορά το όνομα του Δωρητού αυτού, χαραγμένο στο οριζόντιο μαρμάρινο υπέρθυρο της Δυτικής Πύλης απ’ όπου γίνεται η είσοδος στον άνω, Κυρίως Ναό. Η επιγραφή εκεί, έχει ως εξής: «Κ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ 1870». Η μνημειακότης με την οποία έχει χαραχθεί το όνομα του Αγαπητού στο  κεντρικό αυτό σημείο του Ναού, ισχυροποιεί την πεποίθηση που τρέφουμε, πως ο Αφιερωτής εκείνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν Ανακαινιστής της Τρυπητής. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η έκφραση της αρχιτεκτονικής μορφολογίας του Αγίασματος μας παρέχει ένδειξη μόνον, πως ο ιερός αυτός χώρος έλαβε την μορφή που φέρει την ίδια χρονική στιγμή με την υπόλοιπο Ανοικοδόμηση του Ναού. Η εμφάνισις ωστόσο του ονόματος του Αγαπητού επί της Ιεράς Εικόνος της Ζωοδόχου Πηγής του Δημητρίου Φανέλλη ως Αφιερωτού του έργου, προσφέρει την γραπτή εκείνη μαρτυρία η οποία μετατρέπει την ένδειξη σε τεκμηριωμένη βεβαιότητα, καθότι αποδεικνύει, πως όταν ο Κωνσταντίνος Αγαπητός χρηματοδότησε την Ανοικοδόμηση του Ναού, στα χορηγικά του ενδιαφέροντα συμπεριέλαβε την ανάπλαση του Ιερού Αγιάσματος και τον στολισμό Του με την εν λόγω Ιερά Εικόνα.           
          Η γενναιοδωρία του Κωνσταντίνου Αγαπητού δεν διέφυγε της προσοχής των Πατέρων του Ιερού Προσκυνήματος, οι οποίοι τον κατέταξαν στους Ευεργέτας της Εκκλησίας απαθανατίζοντας το όνομά του στην αριστερή από τις δύο μαρμάρινες πλάκες που υποδέχονται τον Προσκυνητή στο εξωτερικό του Ναού, στην κορύφωση της μνημειακής κλίμακος που οδηγεί στον Εξωνάρθηκα της Τρυπητής.


          Η Εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής του Φανέλλη φυλάσσεται καθ’ όλη την διάρκεια του έτους στο επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο Κουβούκλιο το οποίο ευρίσκεται στον κάτω χώρο του Ναού στα αριστερά του Ιερού Αγιάσματος, πλήν των ημερών της Ιεράς Πανηγύρεως, κατά τις οποίες η Εικόνα ανασύρεται από το Κουβούκλιο, για να τοποθετηθεί σε αυτό η Εφέστιος Θαυματουργός της Παναγίας, με σκοπό την Προσκύνησή Της στον άνω, Κυρίως Ναό.

 Αίγιον, Ιανουάριος 2018.
 Σπυρίδων Κρητικός, ζωγράφος.

  • Share:

You Might Also Like

0 σχόλια